Η Γεωπολιτική της Ρωσικής Επιρροής και η στοχοποίηση της Ελλάδας
Τα τελευταία γεγονότα στην Ευρώπη δείχνουν ότι η Ρωσία επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή της όχι μόνο μέσω της προβολής στρατιωτικής ισχύος και της εργαλειοποίησης της ενέργειας, αλλά και μέσω της προπαγάνδας, της παραπληροφόρησης και των υβριδικών απειλών, οι οποίες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της γεωπολιτικής της ισχύος.
- από τον Δρ. Κωνσταντίνο Μπαλωμένο* (konmpalo@gmail.com)
Η στρατηγική αυτή δεν αποτελεί μια αποσπασματική επιλογή, αλλά συνιστά πάγιο τρόπο δράσης (modus operandi) που ακολουθεί η Ρωσία για την προώθηση των εθνικών της επιδιώξεων.
Ρωσία: Το «σχέδιο» δράσης
Ειδικότερα, η Ρωσία εφαρμόζει υβριδικές επιχειρήσεις που στοχεύουν το γνωστικό (cognitive) πεδίο, δηλαδή την αντίληψη των ηγετών και στελεχών κρατικών ή μη κρατικών διεθνών δρώντων που θέλει να επηρεάσει.
Μέσω προπαγάνδας, ιδεολογικής πίεσης, παραπληροφόρησης και διαχείρισης αφηγημάτων, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τις τρωτότητες των στόχων της, να απονομιμοποιήσει τις δημοκρατίες και τις αξίες τους, να αποσταθεροποιήσει κυβερνήσεις και κοινωνίες, να διχάσει πολίτες και ηγεσίες και τελικά, να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρατηγικής αυτής είναι η αξιοποίηση drones και άλλων μη επανδρωμένων συστημάτων σε υβριδικές ενέργειες εναντίον ευρωπαϊκών κρατών, με στόχο την παρακολούθηση, την υπονόμευση υποδομών και τη δημιουργία ψυχολογικής πίεσης, σε συνδυασμό με πληροφοριακές εκστρατείες.
Παράλληλα, η ίδια προσέγγιση αλλά με διαφορετικά μέσα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία ειρήνευσης στην Ουκρανία. Η Μόσχα επιχειρεί να επηρεάσει το διεθνές αφήγημα, εμφανίζοντας τον εαυτό της ως «υπεύθυνο διαπραγματευτή» και τη Δύση ως τον κύριο υπεύθυνο της σύγκρουσης.
Επίσης, αξιοποιεί δίκτυα επιρροής και μηχανισμούς παραπληροφόρησης, ώστε να διαμορφώσει συνθήκες ευνοϊκές για τις δικές της θέσεις και να μεταθέσει σε άλλους τις ευθύνες για την παρατεταμένη αστάθεια.
Επιπλέον, η Ρωσία αξιοποιεί τη στρατηγική παραπλάνησης στο πλαίσιο ευρύτερων πληροφοριακών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας να προβάλει την ισχύ της (αξιοποιώντας μια εικόνα ισχύος εν μέρει κατασκευασμένη) και να παρουσιάσει τον εαυτό της ως «νικήτρια δύναμη» ικανή να επιβάλλει τους όρους της στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη.
Μέσα από την προβολή μιας εικόνας «αναπόφευκτης νίκης», επιχειρεί αφενός να ενισχύσει την εσωτερική της συνοχή, αφετέρου να διαμορφώσει όρους διαπραγμάτευσης ευνοϊκούς για τις δικές της επιδιώξεις. Η στρατηγική αυτή λειτουργεί ως μια μορφή «παγίδας» για τη Δύση, καθώς στοχεύει στην καλλιέργεια αμφιβολιών, στη διάσπαση της ενότητας και σε πιθανές υποχωρήσεις που θα εξασφάλιζαν στη Μόσχα πολιτικά και γεωοικονομικά οφέλη που ενισχύουν τη στρατηγική της θέση σε διεθνές επίπεδο, ανεξάρτητα από την πραγματική εικόνα στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η Ρωσία χρησιμοποιεί τον εκφοβισμό ως εργαλείο πίεσης στις διαπραγματεύσεις, εντάσσοντάς τον σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πληροφοριακών και ψυχολογικών επιχειρήσεων. Μέσω συνδυασμού επίδειξης στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος, απειλών, παραπληροφόρησης και δημιουργίας αίσθησης απρόβλεπτης δράσης, επιχειρεί να περιορίσει τις επιλογές των αντιπάλων και να επηρεάσει την αντίληψή τους, με στόχο να επιβάλλει τη βούλησή της και να εξασφαλίσει ευνοϊκούς όρους, ενισχύοντας τη στρατηγική της θέση και τα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά της οφέλη».
Ρωσία και Ελλάδα
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα ως χώρα με καίρια γεωστρατηγική θέση και μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., δεν θα μπορούσε να παραμείνει εκτός του πεδίου στόχευσης της ρωσικής στρατηγικής για άσκηση επιρροής στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, η Ρωσία μέσω μιας συστηματικής και στοχευμένης εκστρατείας υβριδικού πολέμου που εκμεταλλεύεται τις τρωτότητες της Ελλάδας, διεξάγει πληροφοριακές και ψυχολογικές επιχειρήσεις που καλλιεργούν αντι-δυτικά αφηγήματα και ενισχύουν ακραίες ή περιθωριακές φωνές που υπονομεύουν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.
Ενδεικτικά, η πρόσφατη επίθεση της Εκπροσώπου Τύπου του ρωσικού ΥΠΕΞ κας Ζαχάροβα, κατά της Ελλάδας, η οποία αξιοποιεί παλαιά και νέα προπαγανδιστικά αφηγήματα με στόχο την αποδόμηση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής.
Συγκεκριμένα, κατηγόρησε την Ελλάδα ότι έχει παραβιάσει τις αρχές της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, επικαλούμενη πως η χούντα των Συνταγματαρχών «επενέβη στην Κύπρο ως προσπάθεια προσάρτησης από την Αθήνα» και ότι η Ελλάδα «μπλόκαρε διεθνείς πρωτοβουλίες συνεργασίας προς τη Δημοκρατία της Μακεδονίας» έως το 2018.
Η κίνηση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πληροφοριακού πολέμου, που στοχεύει στην αναβίωση ιστορικών εντάσεων και στη δημιουργία ψευδών συνδέσεων με υπαρκτές κοινωνικές και εθνικές ευαισθησίες.
Μέσω αυτής της επίθεσης, η κα. Ζαχάροβα επιχειρεί να σπείρει αμφιβολίες για τη διεθνή θέση της Ελλάδας — μιας χώρας που διαχρονικά πορεύεται στο διεθνές περιβάλλον με γνώμονα τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τον σεβασμό στην κυριαρχία των κρατών και την προσήλωση στις αξίες της ειρήνης και της συνεργασίας — και να αποσταθεροποιήσει τη χώρα, υπονομεύοντας τη συνοχή και την εθνική ενότητα του ελληνικού λαού.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, αξιοποιούνται ευαίσθητα εθνικά ζητήματα όπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το μεταναστευτικό, η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από τη Ρωσία ή ζητήματα Ορθοδοξίας, με στόχο την αποδυνάμωση του ευρωατλαντικού προσανατολισμού της Ελλάδας, τη δημιουργία εσωτερικών ρηγμάτων, την απονομιμοποίηση της πολιτικής ηγεσίας και τη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών για τα ρωσικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, δίκτυα «αναλυτών», «δημοσιογράφων» και «ινστιτούτων» αναπαράγουν αφηγήματα που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως «φυσικό και αξιόπιστο σύμμαχο» λόγω θρησκευτικών και ιστορικών δεσμών, ενώ καλλιεργούν την ψευδαίσθηση, ότι η αποστασιοποίηση από τη Δύση θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Στην πραγματικότητα, αποτελούν όργανα μιας υβριδικής επιχείρησης που αποσκοπούν όχι μόνο στην υπονόμευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και στη δημιουργία μιας κοινωνίας ευάλωτης σε ξένα αφηγήματα, έτοιμης να διχαστεί και να αμφισβητήσει τις θεμελιώδεις επιλογές ασφάλειας της χώρας.
Απτά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής αποτελούν η επιθετική ρητορική του Προέδρου Πούτιν και υψηλόβαθμων Ρώσων αξιωματούχων κατά της Ελλάδας και του Έλληνα Πρωθυπουργού. Η ρητορική αυτή δεν μένει στο επίπεδο των δηλώσεων, αλλά βρίσκει άμεση αντανάκλαση στον ρωσικό Τύπο, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα επιθετικά άρθρα της Pravda, όπου η Ελλάδα παρουσιάζεται ως «χώρα μηδαμινής ισχύος», υπερχρεωμένη και με ηγεσία «εκτός πραγματικότητας».

